Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Πολλά πράγματα μπορείς να χάσεις χωρίς αυτό να αλλάξει τη ζωή σου ,
αλλά ,όταν νιώσεις ότι χάνεις την ικανότητα να εκπλήσσεσαι ,
τότε πρέπει να αρχίσεις να ανησυχείς ,
γιατί η έκπληξη συνηθίζει να πέφτει πάνω μας σαν χαστούκι
που μας ξυπνάει από τον λήθαργο και την υστερία.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Θάνατε , ωσεί παρόντα
Θάνατε πανταχού παρόντα

Φορέα των πρώτων στιγμών μας
Δαμαστή των ινδαλμάτων
Σεπτό φθινόπωρο της ψευδαίσθησης
Υπερώε κατακτητή των αλλοφρόνων

Που έρχεσαι το χλωμό απόγευμα
Που αφίκνησε τα αδιάθετα πρωινά
Που ελλοχεύεις στα άπνοα βράδια
Που κυλάς στα άηχα μεσημέρια

Θάνατε εσύ , ο μη περαιτέρω

Υφαντή των φασκιών των θνητών
Πέρας στη λεωφόρο του βέλους του χρόνου
Γενέτειρα στο τόξο του ουρανού

Μολλώχ των ονείρων , ξεφτίζουν

Της ελπίδας διακορευτή
Του πένθους κομιστή
Φωτοκτόνε , χωματένιε

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Πουτάνα Υρκανία δεν έμεινε καμία...

Γειά Χαρά Ρε , Καλό Χειμώνα

Φαντάσου , αρχές Ιούνη ,να είμαστε οι δυό μας στην Υ.
Σκηνούλα , κονσέρβες. Μόνο δική σου μουσική να παίρναμε.
Και ν’ άφηνες τον υστερικό εαυτό σου πίσω .Και να μη με έλεγες χέστη.
Κι εγώ να ερχόμουνα χωρίς τον μαλακισμένο μου εαυτό ,χωρίς τις φοβίες μου.
Κι ο Ήλιος να μην έκαιγε ακόμα και ντάλα μεσημέρι.
Να φύσαγε ελαφρό αεράκι απογευματινό. Η άμμος απάτητη.
Στην αρχή ,έστω ότι κοιμόμαστε χωριστά.
Σιγά σιγά η παρουσία σου μου γίνεται απαραίτητη και το βράδι.
Το ροχαλητό μου να σου είναι ηχητικό χαλί στον ύπνο.
Και να ξυπνάμε και να παίρνουμε πρωινό .Και να τρέχουμε ως την θάλασσα την απαλή.
Και να κάνεις ότι θυμώνεις όταν φτάνω πρώτος.
Να μ’ αφήνεις πίσω στο κολύμπι και να κάνω ότι πνίγομαι .
Και να σε παίρνω μες στη θάλασσα .Να σε χτυπάω από κάτω εκεί που δεν το περιμένεις,
Που ερχόσουν αθώα – αθώα να με σώσεις.
Να αράζουμε στην άμμο και να σου ξεπλέκω τα μαλλιά και να κοιτάω τα δάχτυλά σου που τα ομόρφυνε η Θάλασσα.
Να φτιάχνουμε βυζάκια και πυργάκια και να μαζεύεις κοχύλια.
Αν με παίρνει ο ύπνος να έρχεσαι να με ξυπνάς γλυκά - γλυκά και να με ξεψωλιάζεις εκεί μπροστά στα κύματα.
Να ψαρεύουμε και να μην πιάνουμε τίποτα καταλήγοντας να ταΐζουμε τα ψάρια.
Να παίζουμε σκάκι στη σκηνή και να τραγουδάμε παράφωνα.
Να βαφόμαστε με κηρομπογιές ,να παίζουμε κυνηγητό και μετά να σου διαβάζω μέχρι να παρθούμε μέχρι να πάμε να δούμε το Ηλιοβασίλεμα.
Και να μου λες ότι είμαι ο Ένας .Και να γελάς συνέχεια .Να νιώθω σαν ασφαλές παιδί.
Να γελάς με τα μικρά ξυλάκια που φέρνω για φωτιά .Να γελάς που σκατώνεις το φαί.
Και να το κάνουμε δίπλα στη φωτιά.
Και να με πηγαίνεις να δω το πλαγκτόν που φωτίζει όταν σκάει το κύμα.
Μιλώντας μόνο για τη μέρα που πέρασε να μας παίρνει ο ύπνος.
Χωρίς αναφορές στο παρελθόν ,χωρίς να έχουμε πίστη στο μέλλον .Κάνοντας ότι έχουμε σκοπό να κάνουμε στο παρόν χωρίς να μένουμε εκστατικοί.
Κι όταν παίζει καμιά στραβή να μη με ξεχέζεις και να μη μου λες “στο ‘λεγα εγώ”.
Κι αν κάνεις καμιά μαλακία δε θα σε κράζω πολύ κι όταν κάνεις ότι θυμώνεις θα σε δίνω σημασία ,αλήθεια ,κι όταν θα πηγαίνεις να κάθεσαι μόνη σου θα έρχομαι να σου μιλήσω.
Όταν πια σου είμαι απαραίτητος για να ζεις κι όταν νομίζω ότι θα τρελαθώ μακριά σου ,θα την κάνουμε τσούκου – τσούκου για το μέρος από όπου αποδράσαμε.
Θα πιστεύεις τότε ότι αυτό που αισθάνεσαι μπορείς να το περισώσεις για πάντα.
Εγώ όμως ξέρω ότι δεν…Και θα μείνω να το φθείρω μαζί σου.
Έτσι σε λίγο καιρό δεν θα υπάρχει τίποτα που να δικαιολογεί καν αυτή την απόδραση.

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Πόσο ξενερώνω όταν αρρωσταίνω δε λέγεται . Πόσο τώρα μάλιστα που είναι καλοκαίρι με τις παχιές τις μύγες του και τους κολεούς του και τα παρελκόμενά του . Τώρα , ίωση ήταν ,σύνδρομο υπέρχρησης του ανοσοποιητικού ήταν , δεν μπορώ να πω.
Το θέμα είναι ότι έτρεμα σκεπασμένος με 32 βαθμούς , έκανα μια οδυνηρή , λεπτομερέστατη , ωσάν του C.S.I. αναψηλάφιση όλων των παλιών μου τραυμάτων λόγω πόνου , ίδρωνα συνεχώς και δεν είχα την πολυαγαπημένη μου πνευματική διαύγεια.
Α , ναι έχασα και την Πανσέληνο.
Αλλά το χειρότερο ήταν τα παραληρηματικά όνειρα . Κατατονικοί εφιάλτες για τα πιο ανούσια πράγματα , έβλεπα ότι είχα πέσει θύμα κλοπής και το σπίτι μου ήταν άδειο , έβλεπα ότι είχα κλειστεί απέξω και οι είσοδοι ήταν χτισμένοι και τα παράθυρα σφραγισμένα με σιλικόνη και άλλες τέτοιες αηδίες.
Είδα ότι ήμουν αιχμάλωτος σε πυραμίδα με τους τρωγλοδύτες από το Άλεφ , είδα ότι βρέθηκα σε οργανωμένη εκδρομή στο Λευκαντί με όλους μου τους φίλους που δεν έχουν συναντηθεί ποτέ μεταξύ τους ( ούτε πολύ κοντά δεν τους έχω αφήσει να πλησιάσουν στον κατάλογο του κινητού , τι να λέμε τώρα).
Α , κι ότι έπεφτα ασταμάτητα…
Είδα μια γνωστή μου οικογένεια σε διακοπές σε παρελθοντικό χρόνο , τότε που τα παιδία ήταν μικρά , ακόμη και χαριτωμένα μπορείς να τα πεις , τους γονείς πιο νέους , πιο λεπτούς να φοράν Montgomery μιας κι ήταν χειμώνας . Εικόνες σε μια παραλία , πολύς αέρας.
Και τα έβλεπα όλα αυτά σαν τραβηγμένα από φορητή κάμερα με φίλμ , super 8 πως τη λέγαν να δεις , χωρίς ήχο που το προβάλαμε μετά σε σεντόνι.
Και ξάφνου όλα αυτά τελείωσαν σήμερα μες στον ιδρώτα .Ο πυρετός έπεσε , οι πόνοι κόπασαν , τα μαλακισμένα όνειρα σταμάτησαν. Μες σε μια λίμνη από δικό μου ιδρώτα δηλαδή μες στη δικιά μου λίμνη.

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Τις παράλλες τις προάλλες επέστρεφα σπίτι μετά από κάτι που είχα να κάνω.
Όχι πώς αλλά να ,είχε συντριβεί το μέσα και κάθε φορά που έπρεπε να πατήσω
Τον συμπλέκτορα το πόδι μου έτρεμε όπως τότε που είχα κάνει ηλεκτρομυογράφημα
20 κιλά εκλεκτού κρέατος να σπαρταράνε .Κι ένιωθα σκατά και ήμουνα σκατά και
Φαινόμουνα σκατά .Επέστρεψα κι έκανα υπομονή και σκεφτόμουν τα παιδιά από το
Σκοτεινό Manchester πόσο δίκιο έχουν που εντοπίζουν το μέγιστο του πόνου
Στο ότι θα επαναλαμβάνεται πότε πότε και θα μας ξεσκίζει, ξανά και ξανά ,να να να.
Και προσπαθούσα να μη σκέφτομαι άλλο και μετά βάλθηκα να σκεφτώ πράγματα
Γήινα σαν τη βιβλιοθήκη από dexion που θέλω να φτιάξω και τέτοια.Σκατά.
Πήγα στο μέρος κι όπως έκατσα στη λεκάνη να κάνω πιπί μου με είδα στον καθρέφτη.
Δεν είδα το είδωλό μου ,είδα εμένα .Και μου έλεγα να με κοιτάξω στα μάτια ,ρε μουνί.
Κοίταξα λίγο και μετά χέστηκα από το φόβο μου κι αν δεν κατούραγα ήδη θα κατουριόμουν
πάνω μου, κι έφυγα να βρω καταφύγιο στα dvd και στα βιβλία.

Υστερόγραφο :Νόμιζα ότι περνώντας τα χρόνια σου αφήνουν την εξής ταπεινή αλλά
Διόλου αμελητέα υποθήκη :Ξέρεις τι να περιμένεις από εσένα ,για τι πράγματα είσαι
Ικανός υπό δεδομένες συνθήκες πίεσης και καταπίεσης ,αλλά αρχίδια.

Υστερόγραφο :Φάκα adidas μου πιασε τη φτέρνα.

Πού `σαι μωρή Robert Frank;

Τις άλλες τις προάλλες γύριζα από ένα φιλικό σπίτι .Ψιλόβρεχε και σκέφτηκα ότι
καλά έκανα και φόρεσα το αντιανεμικό μου το adidas .Οδηγούσα κι είχα πλησιάσει
κοντά στο σπίτι μου το οποίο βρίσκεται στην ,καλά δεν έχει σημασία τώρα κι εν πάσει
περιπτώσει δεν σας αφορά .Σιγά τώρα μην κάτσω να σας δώσω λογαριασμό που μένω
και τι κάνω .Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι βλέπει θάλασσα .Τελοσπάντων όπως
βρισκόμουν στη μέση μιας ανηφορικής ευθείας σε μια περίεργη αντανάκλαση του φωτός
στην οποία συνετέλεσαν το πέρασμα κάτω από μια λάμπα του δρόμου κάτω από την οποία
ήταν σταθμευμένο ένα ολοκαίνουριο ,γυαλιστερό Opel Corsa OPC χρώματος μπλε ελεκτρίκ.
Τι έλεγα ; Α ,ναι νόμισα ότι κάποιος ήταν στο παράθυρο μου και κάτι ήθελε να μου πει.
Παρένθεση : Κι άλλες φορές έχω αισθανθεί αυτό το κοκκάλινο χέρι που προσπαθεί να
Με γραπώσει αλλά εκεί έχω προηγουμένως προκαλέσει όλους τους νόμους της Μηχανικής.
Ενώ τώρα πήγαινα ήσυχα ήσυχα ,καθόλα νόμιμα και σε μια ελαφριά ανωφερική ευθεία.
Να μην τα πολυλογώ οι ρίγες του προαναφερθέντος σήματος κατατεθέντου στο μέρος
Του βραχίονα μοιάζαν σαν φάλαγγες χεριού και το σκατό μου έφτασε στην κάλτσα μου
Πριν καν προλάβω να θυμηθώ το μάντρα μου .Μετά την ανεπαίσθητη αυτή στραβοτιμονιά
Επανέφερα στην ορθή πορεία το αυτοκίνητο και γέλασα με το ιλαρό αυτό γεγονός
Καθότι εγώ είμαι ένας άνθρωπος θετικός .Ανέκτησα βέβαια τάχιστα την ψυχραιμία μου
Και επέστρεψα σπιτάκι μου.

think no thanks

πο πο

Περπατούσα τις προάλλες στο δρόμο και σταματάω σ ε ένα συνοικιακό μαγαζί να χαζέψω

Παπούτσια Adidas που δεν μπορώ να αγοράσω . Στην αντανάκλαση που κάνει σε η βιτρίνα

βλέπω να περνάει μια ωραία μανούλα με το παιδάκι της . Γυρίζω , κοιτάω το παιδάκι , κοιτάω

τη μανούλα , ξεκινάω και την ώρα που τη προσπερνάω , αλλάζοντας πλάνο ,

από ¾ την βλέπω ανφάς και η μανούλα με κοιτάζει με έντονα με ένα άδειο βλέμμα.

Γυρνάω το κεφάλι μου , σαν να είδα φάντασμα και αφού το σκέφτομαι για λίγο

συνειδητοποιώ ότι το ένα της μάτι είναι γυάλινο .Καράμπα!

πο πο

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

Μάνος Χατζιδάκις 1985



«…Μια μωβ σκιά Μαΐου ξάπλωσε στον τόπο. Οσα συνέβησαν στα Εξάρχεια και στη Νομική Σχολή. Και στην οδό Σκουφά και Σόλωνος, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους ενόχλησαν τους Ελληνες πολίτες και αγανάκτησαν τον Τύπο ολόκληρο. Γιατί δεν τους εξολοθρεύουν και δεν τους σπάνε το κεφάλι. Γιατί δεν ρίχνουν δακρυγόνα. Και η Σύγκλητος και οι φοιτητές όλων των παρατάξεων, όλοι αγανακτισμένοι με τα τριάντα-εκατό παιδιά που δεν το βάζουν κάτω, δεν εννοούνε να παραδεχτούν πως η όποια ελευθερία ανήκει μόνο στους αστυνομικούς και τους ηλικιωμένους. Που δεν μπορούν να αντιληφθούν γιατί καταδιώκονται αδιάκοπα, προπηλακίζονται ατελείωτα και συνεχώς υποχρεούνται να δέχονται εξευτελισμούς. Κι ο προπηλακισμός αρχίζει από τον δάσκαλο, τον επιστάτη του σχολείου, από τον οδηγό και τον εισπράκτορα του λεωφορείου, απ’ τον καθηγητή και τον δημόσιο λειτουργό ώς τον δημόσιο υπάλληλο, από τους αξιωματικούς κι εκπαιδευτές στο κέντρο κατατάξεως ώς τον τυχαίο μοτοσικλετιστή της τροχαίας που θα του ζητήσει άδειες, ταυτότητες και πιστοποιητικά. Ως τον γιατρό του νοσοκομείου που θα τον πάνε σηκωτό, ύστερα από τη γροθιά του οργάνου της τάξεως. Και το γνωρίζουμε πολύ καλά.

Εξύβριση αρχής - έτσι ονομάζεται η απαίτηση εξηγήσεων. Χειροδικία κατά της αρχής - έτσι είθισται να αποκαλείται η ενστικτώδης κίνηση του αμυνόμενου νέου. Και η ιστορία δεν έχει τέλος. Η ανωνυμία και η εισαγγελική αρχή θα του προσφέρει ή μια τραυματική αγανάκτηση ισόβια ή τον επιζητούμενο από την πολιτεία ευνουχισμό του. Αυτή είναι μια καθημερινή πραγματικότητα και, δυστυχώς, γνησίως ελληνική τα πρόσφατα και τελευταία σαράντα χρόνια - όσα είχα δηλαδή την ευτυχία να ζήσω σαν επώνυμος πολίτης εις τούτον τον ένδοξον κατά τα άλλα τόπον μας.

Μια μωβ σκιά Μαΐου σκέπασε την Αθήνα. Κι όμως δεν βρέθηκε ένας δημοσιογράφος, μια εφημερίδα ν’ αγανακτήσει και να διαμαρτυρηθεί, να καταγγείλει την αλήθεια για αυτό το τρίγωνο του αίσχους. Σκουφά, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους. Κι άρχισε μια σκόπιμη, ύποπτη κι έντεχνη σύγχυση τριών ασχέτων μεταξύ των περιπτώσεων. Οι νεαροί των Εξαρχείων να παρουσιάζονται ίδιοι με τους αλήτες των γηπέδων, τους επονομαζόμενους χούλιγκανς, και επιπλέον να καλλιεργείται η εντύπωση στην κοινή γνώμη, με στήλες ολόκληρες των θλιβερών εφημερίδων μας, ότι οι νέοι αυτοί, οι αναρχικοί, είναι οι βομβιστές και ίσως οι πιθανοί δράστες των δολοφονιών ή εμπρησμών. Και φυσικά, όταν με το καλό τελειώσει η δίωξη των εκατό, σαράντα ή είκοσι παιδιών και η όλη επιχείρηση στεφθεί με «επιτυχία», να πάρει τις διαστάσεις ενός πραγματικού θριάμβου… κατά του εγκλήματος. Την ίδια ώρα που δολοφονούνται εκδότες και οι δολοφόνοι δεν ανευρίσκονται. Δολοφονούνται πολίτες και οι δολοφόνοι δεν αποκαλύπτονται. Πεθαίνουν νέοι από ξυλοδαρμούς και οι δράστες κυκλοφορούν ανενόχλητοι και, τέλος, δεν… ανακαλύπτονται.

Την ίδια ώρα η πολιτεία αγανακτεί διότι υπάρχουν μερικά ζωντανά της κύτταρα που αντιδρούν άτεχνα, ανοργάνωτα, ίσως μ’ αφέλεια, σ’ όλην αυτή την οργανωμένη κρατική ασχήμια, αντί να βλογάμε τον Θεό που βρίσκονται ακόμη μερικοί που δεν συνήθισαν στην «παρουσία του τέρατος». (…) Κορίτσια κι αγόρια με γυαλιά, έτσι καθώς κοιτάτε με απορία κι αγανάκτηση για ό,τι συμβαίνει γύρω σας, είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ».