Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Πού `σαι μωρή Robert Frank;

Τις άλλες τις προάλλες γύριζα από ένα φιλικό σπίτι .Ψιλόβρεχε και σκέφτηκα ότι
καλά έκανα και φόρεσα το αντιανεμικό μου το adidas .Οδηγούσα κι είχα πλησιάσει
κοντά στο σπίτι μου το οποίο βρίσκεται στην ,καλά δεν έχει σημασία τώρα κι εν πάσει
περιπτώσει δεν σας αφορά .Σιγά τώρα μην κάτσω να σας δώσω λογαριασμό που μένω
και τι κάνω .Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι βλέπει θάλασσα .Τελοσπάντων όπως
βρισκόμουν στη μέση μιας ανηφορικής ευθείας σε μια περίεργη αντανάκλαση του φωτός
στην οποία συνετέλεσαν το πέρασμα κάτω από μια λάμπα του δρόμου κάτω από την οποία
ήταν σταθμευμένο ένα ολοκαίνουριο ,γυαλιστερό Opel Corsa OPC χρώματος μπλε ελεκτρίκ.
Τι έλεγα ; Α ,ναι νόμισα ότι κάποιος ήταν στο παράθυρο μου και κάτι ήθελε να μου πει.
Παρένθεση : Κι άλλες φορές έχω αισθανθεί αυτό το κοκκάλινο χέρι που προσπαθεί να
Με γραπώσει αλλά εκεί έχω προηγουμένως προκαλέσει όλους τους νόμους της Μηχανικής.
Ενώ τώρα πήγαινα ήσυχα ήσυχα ,καθόλα νόμιμα και σε μια ελαφριά ανωφερική ευθεία.
Να μην τα πολυλογώ οι ρίγες του προαναφερθέντος σήματος κατατεθέντου στο μέρος
Του βραχίονα μοιάζαν σαν φάλαγγες χεριού και το σκατό μου έφτασε στην κάλτσα μου
Πριν καν προλάβω να θυμηθώ το μάντρα μου .Μετά την ανεπαίσθητη αυτή στραβοτιμονιά
Επανέφερα στην ορθή πορεία το αυτοκίνητο και γέλασα με το ιλαρό αυτό γεγονός
Καθότι εγώ είμαι ένας άνθρωπος θετικός .Ανέκτησα βέβαια τάχιστα την ψυχραιμία μου
Και επέστρεψα σπιτάκι μου.

think no thanks

πο πο

Περπατούσα τις προάλλες στο δρόμο και σταματάω σ ε ένα συνοικιακό μαγαζί να χαζέψω

Παπούτσια Adidas που δεν μπορώ να αγοράσω . Στην αντανάκλαση που κάνει σε η βιτρίνα

βλέπω να περνάει μια ωραία μανούλα με το παιδάκι της . Γυρίζω , κοιτάω το παιδάκι , κοιτάω

τη μανούλα , ξεκινάω και την ώρα που τη προσπερνάω , αλλάζοντας πλάνο ,

από ¾ την βλέπω ανφάς και η μανούλα με κοιτάζει με έντονα με ένα άδειο βλέμμα.

Γυρνάω το κεφάλι μου , σαν να είδα φάντασμα και αφού το σκέφτομαι για λίγο

συνειδητοποιώ ότι το ένα της μάτι είναι γυάλινο .Καράμπα!

πο πο

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

Μάνος Χατζιδάκις 1985



«…Μια μωβ σκιά Μαΐου ξάπλωσε στον τόπο. Οσα συνέβησαν στα Εξάρχεια και στη Νομική Σχολή. Και στην οδό Σκουφά και Σόλωνος, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους ενόχλησαν τους Ελληνες πολίτες και αγανάκτησαν τον Τύπο ολόκληρο. Γιατί δεν τους εξολοθρεύουν και δεν τους σπάνε το κεφάλι. Γιατί δεν ρίχνουν δακρυγόνα. Και η Σύγκλητος και οι φοιτητές όλων των παρατάξεων, όλοι αγανακτισμένοι με τα τριάντα-εκατό παιδιά που δεν το βάζουν κάτω, δεν εννοούνε να παραδεχτούν πως η όποια ελευθερία ανήκει μόνο στους αστυνομικούς και τους ηλικιωμένους. Που δεν μπορούν να αντιληφθούν γιατί καταδιώκονται αδιάκοπα, προπηλακίζονται ατελείωτα και συνεχώς υποχρεούνται να δέχονται εξευτελισμούς. Κι ο προπηλακισμός αρχίζει από τον δάσκαλο, τον επιστάτη του σχολείου, από τον οδηγό και τον εισπράκτορα του λεωφορείου, απ’ τον καθηγητή και τον δημόσιο λειτουργό ώς τον δημόσιο υπάλληλο, από τους αξιωματικούς κι εκπαιδευτές στο κέντρο κατατάξεως ώς τον τυχαίο μοτοσικλετιστή της τροχαίας που θα του ζητήσει άδειες, ταυτότητες και πιστοποιητικά. Ως τον γιατρό του νοσοκομείου που θα τον πάνε σηκωτό, ύστερα από τη γροθιά του οργάνου της τάξεως. Και το γνωρίζουμε πολύ καλά.

Εξύβριση αρχής - έτσι ονομάζεται η απαίτηση εξηγήσεων. Χειροδικία κατά της αρχής - έτσι είθισται να αποκαλείται η ενστικτώδης κίνηση του αμυνόμενου νέου. Και η ιστορία δεν έχει τέλος. Η ανωνυμία και η εισαγγελική αρχή θα του προσφέρει ή μια τραυματική αγανάκτηση ισόβια ή τον επιζητούμενο από την πολιτεία ευνουχισμό του. Αυτή είναι μια καθημερινή πραγματικότητα και, δυστυχώς, γνησίως ελληνική τα πρόσφατα και τελευταία σαράντα χρόνια - όσα είχα δηλαδή την ευτυχία να ζήσω σαν επώνυμος πολίτης εις τούτον τον ένδοξον κατά τα άλλα τόπον μας.

Μια μωβ σκιά Μαΐου σκέπασε την Αθήνα. Κι όμως δεν βρέθηκε ένας δημοσιογράφος, μια εφημερίδα ν’ αγανακτήσει και να διαμαρτυρηθεί, να καταγγείλει την αλήθεια για αυτό το τρίγωνο του αίσχους. Σκουφά, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους. Κι άρχισε μια σκόπιμη, ύποπτη κι έντεχνη σύγχυση τριών ασχέτων μεταξύ των περιπτώσεων. Οι νεαροί των Εξαρχείων να παρουσιάζονται ίδιοι με τους αλήτες των γηπέδων, τους επονομαζόμενους χούλιγκανς, και επιπλέον να καλλιεργείται η εντύπωση στην κοινή γνώμη, με στήλες ολόκληρες των θλιβερών εφημερίδων μας, ότι οι νέοι αυτοί, οι αναρχικοί, είναι οι βομβιστές και ίσως οι πιθανοί δράστες των δολοφονιών ή εμπρησμών. Και φυσικά, όταν με το καλό τελειώσει η δίωξη των εκατό, σαράντα ή είκοσι παιδιών και η όλη επιχείρηση στεφθεί με «επιτυχία», να πάρει τις διαστάσεις ενός πραγματικού θριάμβου… κατά του εγκλήματος. Την ίδια ώρα που δολοφονούνται εκδότες και οι δολοφόνοι δεν ανευρίσκονται. Δολοφονούνται πολίτες και οι δολοφόνοι δεν αποκαλύπτονται. Πεθαίνουν νέοι από ξυλοδαρμούς και οι δράστες κυκλοφορούν ανενόχλητοι και, τέλος, δεν… ανακαλύπτονται.

Την ίδια ώρα η πολιτεία αγανακτεί διότι υπάρχουν μερικά ζωντανά της κύτταρα που αντιδρούν άτεχνα, ανοργάνωτα, ίσως μ’ αφέλεια, σ’ όλην αυτή την οργανωμένη κρατική ασχήμια, αντί να βλογάμε τον Θεό που βρίσκονται ακόμη μερικοί που δεν συνήθισαν στην «παρουσία του τέρατος». (…) Κορίτσια κι αγόρια με γυαλιά, έτσι καθώς κοιτάτε με απορία κι αγανάκτηση για ό,τι συμβαίνει γύρω σας, είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ».